Ώρες…οι κόρες που έσταζαν μέλι στα χείλη των Θεών.
Οι Ώρες ήταν οι ωραίες μέρες της άνοιξης και του καλοκαιριού. Η περιοδική επιστροφή των ωραίων ημερών φανέρωνε την τάξη που βασιλεύει στη φύση.
Παρουσιάζονται σαν τρεις νεαρές κοπέλες με χαριτωμένους τρόπους, που κρατούν συχνά στο χέρι ένα λουλούδι ή ένα φυτό. Θεότητες, προστάτιδες της ευημερίας, (Θαλλώ, Αυξώ, Καρπώ) αλλά και των εποχών κατά τη ρωμαϊκή εποχή .
Οι Ώρες ήταν θεότητες καλόγνωμες, καλοπροαίρετες κι ευεργετικές. Χάριζαν στους ανθρώπους χαρές κι ήταν φύλακες των έργων τους· ήταν αρμόδιες να κάνουν το χρόνο να κυλά, γι' αυτό και φρόντιζαν να εισπράττουν οι άνθρωποι, τη στιγμή που έπρεπε, τους καρπούς των μόχθων τους. Οι Ώρες ήταν οι υπεύθυνες για τη φύλαξη των πυλών του Ουρανού στον Όλυμπο. Τις άνοιγαν ή τις έκλειναν, σηκώνοντας ή κατεβάζοντας, αντίστοιχα, ένα πυκνό σύννεφο.
Οι Ώρες ήταν πάντα πρόθυμες κι εκτελούσαν πιστά τις διαταγές των θεών. Ήταν εκείνες που, μαζί με την Αθηνά, τις Χάριτες και την Πειθώ, στόλισαν την Πανδώρα, το δώρο του Δία προς τους ανθρώπους, που τόσες συμφορές θα τους γέμιζε, ως θεία τιμωρία. Εκείνες επίσης ανέλαβαν ν' αναθρέψουν τον Αρισταίο, το γιο του Απόλλωνα και της Νύμφης Κυλλήνης, με διαταγή των θεών, στάζοντας στα χείλη του αμβροσία , τροφή των θεών σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία. Η αμβροσία ήταν γλυκύτατη στη γεύση και απαγορευόταν η χρήση της από τους θνητούς. Πολλοί τη θεωρούν μέλι.
Το ποτό των Ολύμπιων θεών, που το έπιναν τρώγοντας αμβροσία. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το νέκταρ παρασκευαζόταν από μέλι και ο Όμηρος μας πληροφορεί ότι είχε χρώμα κόκκινο και σ' όσους το έπιναν χάριζε την αθανασία τον έκαναν κι εκείνον αθάνατο.
Έλεγαν πως οι Ώρες ήταν τρεις αχώριστες αδερφές, που γεννήθηκαν από την ένωση του Δία και της Θέμιδας.